ρωμανικός

-ή, -ό, Ν
βλ. ρομανικός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρωμανικός — [романикос] еж. руманский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ρωμανικός, ρωμαντικός — ρωμανικός, ή, ό βλ. ρομανικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρομανικός — και ρωμανικός, ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους λαούς οι οποίοι κατάγονται από τους Ρωμαίους, λατινογενής, νεολατινικός 2. φρ. α) «ρομανικές γλώσσες» γλωσσ. οι γλώσσες που προέρχονται από τη Λατινική και αποτελούν μια υποομάδα τού… …   Dictionary of Greek

  • Ρωμανία — (Romagna). Ονομασία του Βυζαντινού κράτους κατά τον μεσαίωνα (από το 476 μ.Χ.). Ρ. λεγόταν και περιοχή της Ιταλίας που αποτελούσε άλλοτε τμήμα του παπικού κράτους. Λεγόταν επίσης και το ανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου την εποχή των Βενετών.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.